Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

"Θάρρος ή αλήθεια...;"



-Σε έπαιρνα τηλέφωνο γιατί δεν απάντησες;
-Δεν θυμάμαι όταν σταμάτησες να μου μιλάς να σε ρώτησα γιατί..
(Παύση)
Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη..
-Έε.. κοίτα με, είπε χαϊδεύοντας της το γόνατο.
Γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε ..
-Προσπαθώ.. , συνέχισε εκείνος..
Δεν ήξερε τι να του πει.. έμεινε να τον κοιτάζει..
-Δώσε μου μία ευκαιρία να σου αποδείξω ότι δεν είμαι αυτό που νομίζεις..
-Γιατί τώρα; Τι άλλαξε;
-Ας πούμε ότι συνειδητοποίησα κάποια πράγματα..
-Δε νομίζεις ότι άργησες λίγο;
(Μεγαλύτερη παύση)
Χτύπησε το κινητό της..  πριν καν το κοιτάξει ήξερε ποιος ήταν..
Οι παλμοί της άρχισαν να αυξάνονται..Το έκλεισε..  
Πριν προλάβει να το βάλει πάλι στην τσάντα χτυπάει δεύτερη φορά.. εκείνος πάλι..
-Πρέπει να φύγω με περιμένουν.. , του είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα της..
- Το ξέρεις πως καταλαβαίνω πότε μου αραδιάζεις δικαιολογίες έτσι;.
-Καληνύχτα.., του είπε και έφυγε βιαστικά..
Βγήκε από το μαγαζί  σταμάτησε στο περίπτερο, πήρε ένα πακέτο τσιγάρα και άρχισε  να περπατάει..
 Πέρασε το ξύλινο γεφυράκι και μετά σταμάτησε..
 Πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί..
Δεύτερη βαθιά ανάσα.
Άφησε τα δάκρυα ελεύθερα να κυλήσουν στο πρόσωπο της..
Αναψε  τσιγάρο..
Ήταν θυμωμένη μαζί του που την είχε αφήσει μόνη και μετέωρη ..
Δεν της έφταιγε όμως σε τίποτα εκείνος.. Σκούπισε τα δάκρυα απο το πρόσωπο της.. είχαν αρχίσει να το παγώνουν..
Απο την άλλη..
Οι αναμνήσεις δεν την αφήναν ήσυχη...
 Και είναι πολύ άτιμο πράγμα οι αναμνήσεις...
 Τη γύριζαν πίσω σε μέρη που δεν ήξερε αν θέλει να ξαναδεί..
 Σε τοπία που τα είχε σκιαγραφήσει όπως εκείνη ήθελε.
 Σε ανθρώπους που την αγάπησαν και την πλήγωσαν... 
Και περνούσαν μπροστά απ' τα μάτια της σαν να συμβαίνουν τώρα...
Κι όλη της η ζωή προβαλλόταν στη γιγαντοοθόνη του μυαλού της...
 Και θυμόταν ... 
Δυστυχώς ή ευτυχώς θυμόταν...
Οι άμυνες της όμως την εκπαίδευσαν να θυμάται και πολλά άσχημα...
Της επιστρέφουν συναισθήματα..
Σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται..
Σαν να μη ξέρει ποια είναι και τί θέλει...
Και ο άλλος της εαυτός από την άκρη του μυαλού σα να της λέει «Που πας;»
Πίστευε ότι οι άμυνες της ήταν πιο δυνατές..
Δεν ήταν.. γι αυτό το έβαλε στα πόδια..
Φοβόταν τον εγωισμό της, την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της, την απόφαση που είχε πάρει..
Όλα αυτά και το καθένα ξεχωριστά..
 2ο τσιγάρο..
Θυμήθηκε το διάλογο τους λίγο πριν φύγει από το σπίτι..
«Θάρρος ή Αλήθεια»
Πάντα διάλεγε θάρρος λόγω έλλειψης θάρρους..
Γιατί η αλήθεια θέλει θάρρος.. και την φοβόταν την αλήθεια..
Αν δεν είχε χτυπήσει το τηλέφωνο εκείνη την ώρα ..
Θα έμενε .. 
Εκείνος της θύμισε ότι έχασε το δρόμο..
και εκείνη έφυγε τρέχοντας..
Να βρει πάλι τον εαυτό της...
Και τον βρήκε...
Και στ' αλήθεια είναι καλά έτσι όπως είναι...
Και όχι, δεν της λείπει κάτι...
Πήρε ταξί και γύρισε σπίτι..
Το μόνο που ήθελε ηταν μια αγκαλιά από εκείνον..
Ήξερε ότι δεν μπορεί να την έχει..
Όμως στο άκουσμα της φωνής του και μόνο ήταν σα να έπαιρνε την πιο μεγάλη αγκαλιά..
Του έστειλε μήνυμα αποφασισμένη να του μιλήσει την επόμενη μέρα για το περιστατικό..
Όμως ακόμα δεν είχε αποφασίσει τί διάλεγε:
"Θάρρος ή αλήθεια...;"

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Γιατί..?



Πες μου γιατί η εκπνοή μου κάνει τόσο θόρυβο. Τι έκανα λάθος ;
Τι αγαπάς σε μένα και γιατί εγώ δεν το βλέπω;
Πες μου γιατί αφού το απόλυτο είναι ακριβώς όπως το ονειρεύτηκα δεν μπορώ να καθίσω μια φορά ήσυχη με αυτά που έχω;
Το στόμα μου δεν έχει γεύση όταν σε στερείται. Δεν έχει άρωμα το κορμί μου και πνίγεται σε άνοστους οργασμούς. Είναι σαν τανγκο χωρίς μουσική. Η ζωή μου είναι ένα κλειδί του φα. Κρατάει τα μπάσα και στηρίζει τη μελωδία.
Πόσο πιο γελοία αιτία θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα;
Η υπομονή μειώνεται γκούχου με το γκούχου.
Μη γελάς. Σοβαρολογώ.

Ξέρω τουλάχιστον τρία άτομα που θα έκοβαν  το αριστερό τους χέρι για να σου κλέψουν μία κουβέντα αποδοχής. Ξέρω ακόμη καμιά 45ρια που θα φούσκωναν από υπερηφάνεια για ένα σχόλιο σου.
Ξέρω κι ένα ακόμη (εμένα),που θα σου ζήταγε μια βόλτα στην Αγία Βαρβάρα  και θα σου έκανε τράκα ένα τσιγάρο (απ’  τα στριφτά σου). Έπειτα νομίζω πως θα βουτούσες στο νερό και δε θα σε ξαναβλεπα ποτέ παρά μόνο ως πλάσμα ονειρικό και εξωτικό σε παραμύθι για μικρά παιδιά.

Θέλω μία βόλτα στην Αθήνα μια μέρα με συννεφιά μα όχι με βροχή. Να φυσάει αρκετά ώστε να αναπνέω στα στενά και να μην πατώ σε δρόμους.
Θέλω μια βραδιά στην Αθήνα χωρίς κρεβάτια αυτοκίνητα ή βογγητά.
Θέλω ένα πρώτο φιλί και έπειτα μόνο λέξεις ...λέξεις....λέξεις.
Θέλω να γράψεις το πιο λυπημένο παραμύθι του κόσμου που να μη θυμίζει τίποτα μα και όλα όσα λατρεύω. Θέλω να το γράψεις και να μου το διαβάσεις το βράδυ όταν είμαι πιο εγώ από ποτέ άλλοτε.
Θέλω τρεις μονάχα ευχές και να τις ξοδέψω όλες σε γεύσεις φιλιών. Ξέρεις όμως γιατί;

Γιατί Δεν προσδοκώ πολλά, δεν έχω μεγαλεπήβολα πράγματα στο νου μου...
Μια λέξη θέλω μόνο, μια κίνηση, ένα βλέμμα.. Ένα άγγιγμα ίσως, αλλιώτικο από τ' άλλα...
Μία ένδειξη.. κάτι... Αυτό το κάτι που θα σε κάνει να μου φανερωθείς.. και να σου φανερωθώ με τη σειρά μου, όσο αντέχω...
Να σου ανοίξω τη σκέψη μου, το μυαλό και την καρδιά μου.. να ακολουθήσω τη φαντασία σου.. να μπλεχτώ στα όνειρα σου.. να μπερδευτώ στα θέλω σου...
Να τυλιχτώ στην αγκαλιά σου.. ασφαλής.. αποκομμένη από τον κόσμο...
Αυτά που με αφήνεις που και που να μαντέψω, κάνε τα κτήμα μου... Βοήθησε με να σιγουρευτώ, για να μπορέσω να σου δώσω βεβαιότητα, αλήθεια...
Αυτό που το κορμί σου μου ψιθυρίζει, άσε την καρδιά σου να μου το φωνάξει...
Αυτό που τα μάτια σου δηλώνουν στα κλεφτά, άσε τη φωνή σου να το μαρτυρήσει...
Γιατί η ψυχή μου δεν αντέχει να κάνει την αρχη.. δεν
 τολμά να αποκαλυφθεί πρώτη αυτή...
Σε εσένα στηρίζομαι...


Δε σε τσακίζει η μουσική; Εμένα με σκοτώνει.

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Όνειρο(μου)..

Η ώρα έχει πάει τρεις ανεβαίνω και πάλι σκαλιά, ανακατεύω και πάλι εσώψυχα και γράφω σε ένα σημειωματάριο που έχω αποφασίσει ξανά και ξανά πως θα κάψω. Πάντα αναβάλλεται η εκτέλεση.
Παίρνει χάρη από το μισό μου που μισώ.
Κλείνω τα μάτια και βλέπω στον ύπνο μου πως ...εκεί που κοιτάζω το ταβάνι, γυρνάω και βλέπω εσένα δίπλα μου στο κρεβάτι. Έχεις ξαπλώσει και μου μιλάς. Και τότε με διαπερνά κάτι σα ρεύμα. Ένα ηλεκτροσόκ συναισθημάτων.  Νιώθω ξανά ζωντανή μετά απο δύο χρόνια απάθειας. Παθαίνω πανικό ,δε σε κοιτάζω. Δεν πρέπει να καταλάβεις τίποτα. Δεν έχεις καταλάβει τι έχεις κάνει για μένα. Δε θα στο πω ποτέ. Δε χρειάζεται να ξέρεις..Αρκεί που υπάρχεις .Εξάλλου έχω αντισώματα πια. Μπορώ να σε αντιμετωπίσω.. είχε έρθει όμως το πλήρωμα του χρόνου και  μου είπες πως δε θα ξανάρθεις. Έπειτα μου χάιδεψες τα μαλλιά και μου υποσχέθηκες πως δε θα μου λείψεις.
Σου είπα πως μπορεί να φαντάζω μικρή, αλλά δεν είμαι. Υπήρχα από πάντα. Θα μπορούσε να με λένε Αλίκη και να τριγυρίζω στον κόσμο των θαυμάτων χωρίς άγχος για την ώρα. Κι μου είπες πως μάλλον θύμιζα τη Ντόροθυ, γιατί πάντα θα πασχίζω κάποιον να σώσω...και τελικά ίσως εμένα. Κοίταξα τα πόδια μου και συνειδητοποίησα πως φορούσα κόκκινα γοβάκια.. Λες να είμαι η Ντόροθυ; Αναρωτήθηκα..  σήκωσα πάλι το κεφάλι και είχες εξαφανιστεί.. Πώς ξυπνάς από ένα όνειρο;  χαστουκίζω τον εαυτό μου και λέω: Ξύπνα μικρή ηλίθια. Αφού είσαι περισσότερο ευτυχισμένη όταν κάποιος σε κάνει να χαμογελάς απλά με ένα τηλεφώνημα.. 
χτύπησα τα κόκκινα γοβάκια τρείς φορές..
Άνοιξα τα μάτια.. έχει ξημερώσει ..
Σήκωσα το τηλέφωνο και πληκτρολόγησα τον αριθμό σου..
                              Μάντεψε..

                                 Χιονίζει.. :)

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

(σε) σκέφτομαι..

Θυμάσαι που πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια;
Και λέω πάντα γιατί από τότε με ξέρεις..
 Ήμουν κομμάτι σου, κι εσύ δικό μου και μαζί πορευόμασταν μόνο που δε το ξέραμε. Κι όταν συγκρουστήκαμε έγινε ένα μπαμ και νιώσαμε μοναδικά γεμάτοι, ο ένας από τον άλλον.
Θυμάσαι λοιπόν εκείνη την κασέτα με τα παραμύθια που έβαζα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ;
Που ξεκινούσε λέγοντας  «κόκκινη κλωστή δεμένη .. στην ανέμη τυλιγμένη..»
Και ήθελα να σου πω πως κάπως έτσι είμαι και εγώ..
Μπλεγμένη και κατακόκκινη .. και πως δεν είναι  να μπλέξεις μαζί μου γιατί για να ξεφύγεις θα πρέπει είτε να βγάλεις άκρη είτε να με κόψεις σε κάποιο σημείο.. Κι επειδή συνήθως υπομονή δεν υπάρχει, ιδιαίτερα με τις κλωστές και τα παραμύθια κι όλοι βιάζονται για το χαρούμενο τέλος ..μάλλον το δεύτερο θα συμβεί…
Και είναι τόσο γεμάτα τα όνειρα μου από εικόνες που μπορώ να σου γράφω γράμματα σαν κι αυτό ,μέχρι το τέλος της αιωνιότητας (μου).
Πάντα μου λες να σου μιλώ για πράγματα που αγαπώ...και θυμάμαι σκηνές που ξεκλέβω απ' ότι περνάει μπροστά μου..
Αγαπώ λοιπόν ,τη βαθιά (αν)ησυχία που νιώθω μέσα σου για μένα και γεμίζω από αστερόσκονη, φτερά ,παραμύθια, καραμέλες και εκρήγνυμαι με κάθε γλυκόλογο σου...

Και με παγώνει η εικόνα της αυτή και όλα όσα κρατώ καίνε μέσα μου σαν πυρσός που μου θυμίζει το δρόμο για το σπίτι..

Λατρεύω τη φωνή σου...και γεμίζω τα μαξιλάρια μου απ' αυτή για να κοιμάμαι τα βράδια …
Φοβάμαι .. το ξέρεις.. με ξέρεις..
(σε) σκέφτομαι.. μου είχες γράψει, θυμάσαι;
Και εγώ (σε) σκέφτομαι συνέχεια..
Και ότι νιώθω κρύβεται μόνο σε δύο σειρές από λέξεις..
Μη φεύγεις.. σε χρειάζομαι…
Μη μείνεις.. Σ' ερωτεύομαι....


Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας


Στο μεγάλο λιβάδι καταμεσής είχε φυτρώσει μια ψηλόλιγνη λεύκα. Κανένας δεν θυμόταν πότε και πως. Ίσως ούτε κι η ίδια θα μπορούσε να απαντήσει. Όλοι την θαύμαζαν για τη λυγεράδα,
την κορμοστασιά της και προπαντός για την ασημένια φορεσιά.
Ποιος όμως θα το φανταζόταν πως ήταν μια δυστυχισμένη λευκά.
Όσο μακριά κι αν έστελνε το βλέμμα της δε συναντούσε άλλο δέντρο.
«Ολομόναχη, λοιπόν, χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον να αλλάζει δυο κουβέντες», συλλογιζόταν και συνέχιζε:
«Όταν οι άνθρωποι είναι πολύ μόνοι, τότε λένε πως μοιάζουν με καλάμια στον κάμπο, μα θα έπρεπε καλύτερα να έλεγαν πως μοιάζουν με μένα, σαν λευκά στο λιβάδι».
Αυτές και άλλες τέτοιες σκέψεις τη βασάνιζαν συνεχεία.
Και φαίνεται δεν είχε άδικο η ψηλόλιγνη μοναχική λευκά.
Μια μικρή παρηγοριά της βέβαια ήταν τα πούλια.
Οι ευκαιρίες όμως για να τους μιλήσει ήταν πιο λίγες και από τις λίγες.
Όλη τη μέρα φτεροκοπούσαν εδώ και εκεί κι έρχονταν στα κλαδιά της για να κελαηδήσουν η να κοιμηθούν.
Δεν πολύ καταλάβαιναν την γλώσσα της, γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι πράγμα εύκολο να μάθεις τη λαλιά των δέντρων.
Όσο για τα τζιτζίκια, αυτά ήταν όλο ύπνο και
τραγούδι.
Δε νοιάστηκαν να πιάσουν κουβέντα με τη λευκά, και ας τα φιλοξενούσε κάθε καλοκαίρι.
Έτσι περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια κι όλα φαίνονταν άχρωμα στη λευκά.
Ώσπου μια μέρα άρχισε η ζωή να της χαμογελάει.
Ήταν μια φθινοπωριάτικη μέρα με έναν ήλιο
ολόχρυσο, που απλώθηκε στο λιβάδι μετά την πρωινή βροχή.
Φρεσκοπλυμένη από τη βροχή γυάλιζε η λευκά ένα ένα τα ασημένια φύλλα της.
Έφτασε τέλος να γυαλίσει και τα πιο ψηλά, όταν είδε να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους ένα κάτασπρο άλογο.
Κάτασπρο σαν το χιόνι. Τόσο περήφανο άλογο δεν είχε ξαναπατήσει στο λιβάδι.
«Αχ και τι ρυθμικά χορεύει η χαίτη του έτσι καθώς καλπάζει», συλλογίστηκε η λεύκα.
Σε λίγο διάκρινε στη ράχη του άλογου κι ένα μεσόκοπο καβαλάρη.
«Θα είναι σίγουρα το αφεντικό του», σκέφτηκε.
Κι όσο πλησίαζε το άλογο αυτή δε χόρταινε να το κοιτάζει.
Πήγε να σπάσει από χαρά η καρδιά της, όταν το άσπρο άλογο σταμάτησε εκεί κοντά κι ο καβαλάρης το έδεσε στον κορμό της.
Ήταν ο αγρότης που αγόρασε το διπλανό χωράφι.
«Όσο κρατάνε οι δουλείες του στο χωριό θα έχω κι εγώ παρέα», συλλογίστηκε κι έγιναν τα φύλλα της ακόμη πιο ασημένια από ευτυχία.
«Ποιος το περίμενε πως θα είχα συντροφιά μου ένα τόσο όμορφο άλογο.»
Όμως το άλογο ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Και πρώτα γιατί ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει παρέα με ένα δέντρο. Κι ύστερα, από μικρό δεν συμπαθούσε και πολύ τα δέντρα, γιατί συχνά το έδεναν στον κορμό τους, ενώ αυτό θα προτιμούσε να καλπάζει λεύτερο στους κάμπους και βουνά.
Και τι παρέα να κάνει μ’ ένα δέντρο, αφού τα δέντρα, όπως νόμιζε, δεν ξέρουν να μιλούν.
Πέρασε μια, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις μέρες κι η λεύκα αποτραβήχτηκε ξανά στη θλίψη και στη μοναξιά της, κι ας είχε τώρα εκεί στα πόδια της το πιο όμορφο άλογο.
Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει μα αυτό ούτε που κατάλαβε.
Όμως η μοναξιά άρχισε με τις μέρες να τρυπώνει σιγά σιγά και στην καρδιά του άλογου, έτσι δεμένο όπως ήταν με τις ώρες.
Ένα μεσημέρι σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι αγκάλιασε για πρώτη φορά με το βλέμμα του τη λεύκα.
«Ποπό! Τι λυγερή που είναι! Και τι όμορφη! Και τα φύλλα της λες κι έχουν πάνω τους καθαρό ασήμι! Μα πόσο θα πρέπει να είναι δυστυχισμένη εδώ ολομόναχη μέσα στο λιβάδι», σιγοψιθύρισε
το άλογο και συνέχισε να την θαυμάζει.
-Αχ, σε ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις, ακούστηκε τότε μια λεπτή μελωδική φωνή να βγαίνει από τη φυλλωσιά της λεύκας μαζί με ένα θρόισμα ελαφρύ.
Και το άλογο δεν πίστευε στα αυτιά του. Αλήθεια, ήταν η λεύκα που του μίλησε.
-Ώστε έχετε φωνή και σεις τα δέντρα; Είπε απορημένα. Και γω που ξέρω μόνο τη γλώσσα των ζωών πως γίνετε και καταλαβαίνω τη δική σου γλώσσα;
Και τότε η λευκά χαρούμενη που επιτέλους πια την άκουσε το άσπρο άλογο απάντησε:
-Το καθετί πάνω στη γη έχει τη γλώσσα του. Κι είναι γλώσσες που για να τις μάθεις χρειάζεται να τις σπουδάζεις χρόνια και χρόνια. Για να τις καταλάβεις αυτές, φτάνει μόνο αν θέλεις να τις καταλάβεις, να δώσεις προσοχή σ’ αυτόν που προσπαθεί να σου μιλήσει.
Από τη μέρα εκείνη το άσπρο άλογο δεν έβλεπε τη στιγμή να ξεκινήσει με το αφεντικό του για το χωράφι. Ανυπομονούσε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά στη λεύκα.
Κι η λεύκα τις νύχτες που να κλείσει μάτι. Μετρούσε τις στιγμές που της φαίνονταν τώρα αιώνες και παρακάλαγε τον ήλιο να ανατείλει πιο νωρίς για να δει το άλογο να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους. Και τι δεν έλεγαν η λεύκα και το άσπρο άλογο στις ατελείωτες κουβέντες τους.
Εκείνο της έμαθε ένα σωρό πράγματα για τα ζώα, της μίλαγε για τον κόσμο πίσω από τους λόφους. Κι ακόμη της έλεγε πως του αρέσει όσο τίποτα στη γη να καλπάζει λεύτερο σε κάμπους και βουνά.
Και πως είναι τυχερό που έχει για αφεντικό του έναν άνθρωπο που δεν βασάνιζε τα ζώα.
Κι αυτή δεν χόρταινε να το ακούει.
Με την σειρά της του μιλούσε για χίλια δυο πράγματα, μα πιο πολύ για τα πούλια, για το κελάηδημα τους, και για τα αστέρια που μελέταγε τη νύχτα.
Κι ακόμη πόσο ευχαριστιόταν να λικνίζεται ρυθμικά με το απαλό αεράκι.
Είχε ξεχάσει για τα καλά η λεύκα την μοναξιά.
Και το άλογο τώρα ένιωθε μοναξιά σαν ήταν μακριά της, παρ’ όλο η παρέα δεν του έλειπε στο αγροτόσπιτο του αφεντικού.
Όμως ένα πρωί το άλογο δε φάνηκε. Όσο και αν τέντωνε η λεύκα τα ψηλότερα κλαδιά της μήπως το δει να έρχεται από μακριά, τίποτα, τίποτα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε, ούτε την παράλλη. Τότε κατάλαβε η λεύκα πως είχαν τελειώσει πια οι δουλειές στο διπλανό χωράφι και πως μ’ αυτές τελείωσαν οι όμορφες μέρες και η δική της ευτυχία.
«Πάει με τον καιρό θα με ξεχάσει το άσπρο άλογο», συλλογιζόταν κι η καρδιά της βάραινε σαν σίδερο.
Σκέψεις παρόμοιες όμως έκανε και το άσπρο άλογο, που όλη τη μέρα δούλευε τώρα αλλού.
Και τις νύχτες έμενε δεμένο μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτου.
«Αχ, η λεύκα θα νομίζει πως την ξέχασα». Και τα μάτια του πλημμύριζαν θλίψη. Με τα άλλα ζώα δεν άλλαζε κουβέντα. Και ούτε που πείναγε πια. Μόνο λίγο νεράκι έπινε που και που και μασούλαγε ανόρεχτα λίγες μπουκιές σανό.
Τώρα κατάλαβε πόσο βαθιά αγάπαγε την λεύκα.
Και τι δεν θα έδινε να της έστελνε ένα μήνυμα, ένα σημάδι, πως δεν την ξέχασε, πως δεν το ήθελε να μένει μακριά της και άλλα πολλά...
Πέρναγαν οι μέρες, οι νύχτες, κυλούσαν οι βδομάδες, μπήκε ο χειμώνας. Μια νύχτα που η παγωνιά είχε ξαφνιάσει όλη τη φύση και το άλογο τουρτούριζε από το κρύο, μα που το κρύο και η παγωνιά μες στην καρδιά του ήταν πιο αβάσταχτα, πήρε την μεγάλη απόφαση:
«Δεν το αντέχω άλλο, θα σπάσω το σχοινί. Η λεύκα με χρειάζεται και τη χρειάζομαι κι εγώ».
Και μια και δυο σπάει το σχοινί και αρχίζει να καλπάζει ξέφρενα προς το λιβάδι.
Πρόβαλε τότε ξαφνικά στο χειμωνιάτικο ουρανό ένα ολοστρόγγυλο πελώριο φεγγάρι που ασήμωσε τους γύρω λόφους.
-Λευκά μου, λευκά μου! Φώναξε από μακριά το άσπρο άλογο.
Και κείνη που έμενε νύχτες άγρυπνη να το περιμένει, του απάντησε με τη γλυκεία αέρινη φωνή της όσο πιο δυνατά μπορούσε:
-Καλό μου άσπρο άλογο, αλογάκι μου!
Γρήγορο σαν τον άνεμο έφτασε κοντά της. Σηκώθηκε στα πισίνα του πόδια για να τη φιλήσει στο μάγουλο.
Προσπάθησε και αυτή να σκύψει, γιατί το ήθελε και αυτή να φιλήσει το άλογο.
Μα ο κορμός της κόντεψε να σπάσει. Δεν τα κατάφεραν.
Ίσως μια άλλη φορά...
Ύστερα ξάπλωσε το άλογο στα πόδια της και αυτή τίναξε τα κλαδιά της και του έριξε όσα φύλλα δεν της είχε πάρει ο χειμώνας για να το ζεστάνει.
-Λεύκα μου τώρα έμεινες ολόγυμνη, θα ξεπαγιάσεις.
-Μην νοιάζεσαι, του απάντησε .Είμαι συνηθισμένη εγώ να περνάω το χειμώνα χωρίς την ασημένια φορεσιά μου. Στεναχωριέμαι μόνο που όταν με γνώρισες ήμουν φουντωτή και όμορφη...ενώ τώρα...
-Για μένα είσαι όμορφη όπως και να είσαι-τη διέκοψε το άλογο.
Άλλωστε η άνοιξη θα σου φέρει καινούργια φορεσιά.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από πάνω τους μια κοροϊδευτική βραχνή φωνή:
-Για δες, τι παράξενη, τι αταίριαστη αγάπη είναι πάλι και τούτη. Πάει χάλασε ο κόσμος. Ένα άλογο με μια λεύκα. Ας γελάσω...
Σήκωσαν τα μάτια τους και είδαν να περνάει ένα μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο.
-Θα τρέξω να πω τα νέα και στα άλλα σύννεφα πίσω από τους λόφους να γελάσουμε με την ψυχή μας.
Τέτοιο αστείο θέαμα έχω να δω πολύ καιρό, είπε το κακομούτσουνο σύννεφο και βιάστηκε να φύγει.
Η λεύκα βυθίστηκε στη σιωπή. Τα λόγια του μαύρου σύννεφου κουδούνιζαν στα αυτιά της και παραλίγο να της κλέψουν την χαρά.
Το άσπρο άλογο διάβασε την σκέψη της αμέσως.
-Καλή μου λεύκα, μη στεναχωριέσαι. Πάντα θα υπάρχουν μαύρα σύννεφα που αντί να ψάξουν να βρουν την ευτυχία, κοιτούν πως θα χαλάσουν την ευτυχία των άλλων.
Μην αμφιβάλλεις ούτε στιγμή πως είμαστε το πιο ταιριαστό ζευγάρι, ίσως μάλιστα σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
-Έχεις δίκιο άλογο, ακούστηκε να λέει μια ζεστή φωνή. Χιλιάδες χρόνια ταξιδεύω πάνω στη γη, από άκρη σε άκρη. Είδαν πολλά τα μάτια μου.
Πρώτη φορά μου συναντώ αγάπη τόσο όμορφη, τόσο ταιριαστή.
Ήταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που είχε γλιστρήσει αθόρυβα από τον ουρανό και στάθηκε πάνω τους λούζοντας τους με ασημένιο φως.
Όμως μέσα στην τόση ευτυχία το άλογο ούτε που σκέφτηκε το αγροτόσπιτο και το αφεντικό του.
Και όταν του το θύμισε η λεύκα δεν το βάσταξε η καρδιά του να την αφήσει πάλι μόνη.
Το αφεντικό είχε όμως άλλη γνωμη. Ηταν όλη η περιούσια του.
Μέρες έψαχνε να το βρει. Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε.
Που να φανταστεί πως το άσπρο άλογο είχε αγαπήσει μια λεύκα, κάτω στο λιβάδι.
Όχι αυτό δεν περνούσε από μυαλό του, αν δεν υπήρχε το μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο να το μαρτυρήσει. Και να πως έγινε:
Μαρτυριάρικο όπως ήταν έριξε λίγες σταγόνες στον κήπο του αγροτόσπιτου. Έτσι το μυστικό το έμαθαν πρώτα τα λουλούδια που το συζήταγαν μέρα νύχτα.
-Τι παράξενη ιστορία αγάπης, έλεγε το ένα.
-Ίσως να είναι όμορφη, μουρμούριζε το άλλο.
-Αχ να είχαμε και μεις την τύχη της λεύκας, έλεγε το τρίτο.
Πες πες έφτασε το μυστικό στα αυτιά της γυναίκας του αφεντικού, που ήξερε την γλώσσα των λουλουδιών από καιρό, αφού τα αγάπαγε πολύ.
Κι εκείνη με την σειρά της το είπε στον άντρα της.
-Τρέχω αμέσως να το φέρω πίσω, φώναξε χαρούμενο το αφεντικό.
Όμως το άλογο που είχε πάρει απόφαση να μείνει για πάντα με την λεύκα, μόλις τον είδε να κατηφορίζει από τους λόφους, εξαφανίστηκε πέρα στα βουνά.
Φτάνοντας το αφεντικό κοντά στη λευκά, σκέφτηκε, άλλος τρόπος δεν υπάρχει, πρέπει να κόψει την λεύκα. Μόνο έτσι πίστευε θα γύρναγε το άλογο πίσω.
Πήρε λοιπόν πριόνι και άρχισε να πριονίζει τον κορμό της.
Ξαφνιάστηκε όμως σαν άκουσε αναστεναγμούς.
Δεν πίστευε στα αυτιά του.
«Έχουν λοιπόν δίκιο όσοι λένε πως και τα δέντρα έχουν ψυχή», σκέφτηκε. «Και γιατί όχι; Η γυναίκα μου μιλάει από καιρό με τα λουλούδια της».
Σταμάτησε αμέσως το πριόνισμα και ρώτησε τη λευκά γεμάτος καλοσύνη:
-Πες μου σε πόνεσα; Πονάς;
-Ναι, του απάντησε εκείνη, μα δεν αναστέναξα για αυτό.
Σκέφτηκα πόσο πιο πολύ θα πονέσει το καλό μου άλογο, σαν γυρίσει και με βρει κομμένη, ριγμένη στη γη.
-Τι όμορφη αγάπη είναι τούτη! Ψιθύρισε το αφεντικο. Πως να τη χαλάσω; Πες στο άλογο όταν γυρίσει, πως από σήμερα το αφήνω ελεύθερο.
Αυτό το δώρο κάνω στην αγάπη σας.
Και πριν η λευκά προλάβει να τον ευχαριστήσει, αυτός είχε πάρει τον ανήφορο της επιστροφής,να προλάβει να πει στην γυναίκα του τη θαυμαστή και παράξενη ιστορία.
Σαν γύρισε το άλογο και έμαθε τα ευχάριστα νέα, χόρευε σαν τρελό από ευτυχία γύρω από την λεύκα.
Και εκείνη μόλο που ήταν πληγωμένη λικνιζόταν ρυθμικά για να το συνοδέψει στον χορό του.
Την άλλη νύχτα όταν οι άνθρωποι κοιμόταν σ’ ολόκληρη την γη, της πρότεινε ένα μικρό περίπατο. Ξαφνιάστηκε η λεύκα.
-Περίπατο εγώ; Εγώ είμαι δέντρο. Το ξέχασες καλό μου άλογο; Τα δέντρα μένουν ριζωμένα στην ίδια θέση.
-Το ξέρω μένουν ακίνητα γιατί κανένα ποτέ δεν δοκίμασε να περπατήσει.
Θα είσαι εσύ το πρώτο δέντρο που θα περπατήσει στη γη.
Κι έτσι έγινε. Ήταν υπέροχη εκείνη η νύχτα που η λεύκα περπάταγε καμαρωτή δίπλα στο άσπρο της άλογο, κάτω από το ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Ναι, ήταν εκεί και ο φίλος τους το φεγγάρι, που βγήκε επίτηδες να τους φωτίσει το δρόμο. Και απόψε έβαλε τα δυνατά του να γίνει πιο λαμπερό.
-Σε ευχαριστούμε, καλό μας φεγγαράκι, είπαν με μια φωνή.
Και κείνο χαμήλωσε ακόμη πιο πολύ και τούς απάντησε τραγουδιστά:
Εγώ, εγώ θα πρέπει
να σας πω ευχαριστώ
για την αγάπη σας αυτή
που ομόρφυνε τη γη....
Και συνέχισε:
Τώρα είναι ώρα να πηγαίνω. Για λίγες μέρες δε θα φανώ. Θα κάτσω να ξεκουραστώ. Μα όταν ξανάρθω, θέλω να κάνω και γω ένα δώρο στην αγάπη σας, που θα την κάνει πιο όμορφη, πιο ζηλευτή, πιο ταιριαστή.
Αφήστε με το σκεφτώ. Ίσως συμβουλευτώ και την καλή νεράιδα που μένει σε ένα διπλανό αστέρι.
Μέχρι τότε γεια χαρά.
Στο μεταξύ μπήκε η άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοια της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη.
Το άσπρο άλογο την καμάρωνε.
Στα κλαδιά της μαζεύονταν τώρα όλα τα πουλιά και τιτίβιζαν τα πιο μελωδικά τους τραγούδια.
Τις νύχτες συνεχιζόταν οι περίπατοί τους.
Και μια από αυτές τις νύχτες νάσου πάλι ο φίλος τους το φεγγάρι, τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια.
Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.
-Σας έφερα το δώρο σας, νάτο! Είπε χαρούμενα και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα από το γειτονικό μου αστέρι.
Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη! Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε και οι δυο σας ίδιοι.
Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα.
Διαλέξτε: Θέλετε να ζήσετε σαν άλογα η σαν λεύκες;
Και τότε όπως γίνετε στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:
-Σε ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου, μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε.
Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δε χρειάζεται τη μαγική χρυσόσκονη.
-Εγώ συνέχισε η λεύκα, ξέρω καλά πόσο αρέσει στο άσπρο μου άλογο να τρέχει ξέφρενο μακριά, να καλπάζει. Θα ήταν κρίμα να γίνει λεύκα και να ριζώσει.
Εμένα πάλι δεν μ αρέσει να καλπάζω. Μου φτάνουν οι νυχτερινοί περίπατοι. Αντίθετα με ευχαριστεί να λικνίζομαι στο απαλό αεράκι.
-Έχει δίκιο η λεύκα μου, συμπλήρωσε το άλογο, θα ξεκουράζομαι στα πόδια της.
Πάντα κοντά της θα γυρίζω. Για μας η αγάπη μας είναι τόσο ταιριαστή!
Κι έτσι θα μείνουμε, λεύκα εκείνη, άλογο εγώ.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του το άλογο, ένιωσε να ψηλώνουν τα πόδια του. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της.
Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί...
Τρελό από ενθουσιασμό χειροκροτούσε το φεγγάρι και φώναζε με όλη του τη φωνή:
-Ξυπνήστε, άνθρωποι, ξυπνήστε να δείτε την πιο ταιριαστή αγάπη σ’ ολόκληρη τη γη.
Κι ήταν εκείνη η μόνη νύχτα που το φεγγάρι ξέχασε να συνεχίσει το ταξίδι του στον ουρανό...
                __________________________

-Ξέροντας ότι είναι ήδη κάτι προβληματικό γιατί το ρισκάρεις;
-Πες μου ένα λόγο να μην το κάνω..
-Δεν βλέπω τον λόγο του ρίσκου..
-Θα το καταλάβω μόλις σε κοιτάξω στα μάτια
-Δεν.. είναι άδεια..
-Τα άδεια μάτια με απωθούν..
-Και ας ξέρεις τι βρίσκεται από πίσω;
-Ότι βρίσκεται από πίσω κρύβεται στα μάτια..

 
PS for you.. : Feelings are much like waves. We can't keep them from coming, but we can choose which one to surf...

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ένα δελφίνι ονειρεύεται..

«Ποιος είσαι;»
«Είμαι ένας καρχαρίας και δεν έπρεπε να μου μιλάς, εμείς τρώμε εσάς τα δελφίνια, θα έπρεπε να με φοβάσαι!»
«Δεν φοβάμαι κάτι που δεν γνωρίζω»
Ο καρχαρίας σάστισε, κανένα δελφίνι δεν του είχε μιλήσει ποτέ έτσι..
«Να είσαι προσεκτικός.. υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι στην ανοιχτή θάλασσα» είπε ο καρχαρίας περισσότερο με περιέργεια παρά με θυμό..
«Που είναι οι φίλοι σου;»
«Μάλλον θα ψαρεύουν στη σιγουριά της λιμνοθάλασσας» απάντησε το δελφίνι.
«Και εσύ τι κάνεις εδώ μονάχος μακριά από τους ομοίους σου;» επέμεινε ο καρχαρίας.
«Ακολουθώ το όνειρο μου.. αναζητώ το τέλειο κύμα..»

 Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που δε μας μένει άλλο παρά να διαλέξουμε το δρόμο μας.
κάποια στιγμή που πρέπει να ζωντανέψουμε τα όνειρά μας, 
και να υπερασπιστούμε αυτά που πιστεύουμε.
Στην πιο βαθιά απελπισία  έχεις την ευκαιρία να βρεις τον πραγματικό σου εαυτό
όπως τα όνειρα ζωντανεύουν τη στιγμή που το περιμένεις λιγότερο
Ίσως τα όνειρα να είναι φτιαγμένα από σκληρή δουλειά.
Προσπαθώντας να την αποφύγουμε, μπορεί να χάσουμε απ' τα μάτια μας το λόγο που μας έκανε να ονειρευτούμε,
και στο τέλος, να ανακαλύψουμε ότι το όνειρο δεν μας ανήκει πια.
Τη στιγμή που θέλεις να παραιτηθείς,
τη στιγμή που νομίζεις ότι η ζωή  σου παίζει σκληρά παιχνίδια,
σκέψου ποιος είσαι.
Θυμήσου το όνειρό σου.

«Θέλεις να γίνεις το δελφίνι μου;»  


Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Ημίτομα..


2.500 χρόνια πριν ο Πλάτωνας προσπαθώντας να εξηγήσει το μυστήριο της ανθρώπινης φύσης που  λέγεται έρωτας.. έγραψε το περίφημο ‘ΣΥΜΠΟΣΙΟ’..
Ο μύθος που διηγήθηκε δια στόματος Αριστοφάνη για να εξηγήσει την ανθρώπινη φύση και τις περιπέτειες της πάει ως εξής :

Στις αρχές του χρόνου οι άνθρωποι ήταν σφαιροειδή ανδρόγυνα όντα με δύο πρόσωπα δύο γεννητικά όργανα και οχτώ άκρα..
Στρογγυλοί σαν πούλια από τάβλι που με τα τέσσερα χέρια και πόδια τους όταν ήθελαν να τρέξουν πήγαιναν σαν τροχός..
Τα πλάσματα αυτά ήταν τόσο δυνατά που οι Θεοί τα φοβήθηκαν και ο Δίας αποφάσισε να τα σκίσει στα δύο με ένα κεραυνό.. «εξ ενός δύο» όπως λέει και το αρχαίο κείμενο..
Τα δύο κομμάτια ονομάζονταν ημίτομα και ο Απόλλωνας τα έραβε ενώνοντας τα τελειώματα στον αφαλό..
Από τότε σύμφωνα με το μύθο του Πλάτωνα οι άνθρωποι είναι μισοί.. 
Ημίτομα που προσπαθούν να ολοκληρωθούν στην αρχική τους ενότητα αναζητώντας το άλλο τους μισό..
Ο πόθος για το ολόκληρο και η ορμή μας για να επιστρέψουμε στην πρωταρχική μας φύση, ενώνοντας τα δύο μισά σε ένα ολόκληρο ονομάστηκε έρωτας..

Και το ερώτημα είναι..
Υπάρχει κάπου σ’ αυτόν τον κόσμο το άλλο μας μισό;
Και αν υπάρχει πως θα καταλάβουμε ποιος είναι;
Και αν το καταλάβουμε θα μπορέσουμε να μείνουμε μαζί του; 

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Emotional Winter..


Μπήκε νωρίς ο χειμώνας φέτος κοριτσάκι..
Και εσύ μαζεύεις ακόμα τα γυαλιά από το σπασμένο τζάμι..
Θρύψαλα η ζωή σου φιλενάδα..
Θα μου πεις στα  ‘λεγα δε στα ‘λεγα…
Αλλά εσύ εκεί..
Αυτό το πείσμα μόνο να μην είχες..
Και τώρα για πες..
Τι γίνεται τώρα;
Πως θα τα μπαλώσεις αυτή τη φορά;
Η αρχή λένε είναι το ήμισυ του παντός .. και εσύ από αρχές άλλο τίποτα..
Ξεκίνησες καλά δε λέω..  αλλά στη πορεία κάπου το ‘χασες..
Πάντα έτσι γίνεται με σένα..
Ξεκινάς  .. χάνεσαι…
και αντί να γυρίσεις πίσω από εκεί που ξεκίνησες ..
συνεχίζεις με την ελπίδα πως θα βρεθείς σε σταυροδρόμι..
Κάποιος να σκοτώσει αυτήν την πουτάνα την ελπίδα να τελειώνουμε..
Μονόδρομος φιλενάδα.. ενίοτε και αδιέξοδος..
Και τώρα ..
Βάλε το κλειδί στην πόρτα..
Το κρύο σπίτι σου σε περιμένει..

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Σταυρόλεξο...


Κλείνω τα μάτια… προσπαθώ να μη σκέφτομαι τίποτα…
Κενό…
Εγώ και το μέσα μου…
Ήρθε η ώρα να κάνουμε αυτή τη κουβέντα που από καιρό αναβάλλαμε..
Η ερώτηση μία…
Γιατί;
Τα «επειδή» μου τελείωσαν εδώ και πολύ καιρό..
Και η απάντηση  είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ ότι φανταζόμουν..
Κάποτε έκλεινα τα μάτια και ένιωθα ασφάλεια..
Ένιωθα εγώ..
Απόψε όμως νιώθω τόσο άβολα.. τόσο αφιλόξενα..
Το μέσα με το έξω έρχονται σε σύγκρουση..
Δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι..
Από τη μία η χαμογελαστή κοπέλα , που φαίνεται να ξέρει τι θέλει και πώς να το αποκτήσει..
Και από την άλλη ένα τρομαγμένο κοριτσάκι που στην ουσία δεν ξέρει τι του γίνεται..
Ένα σταυρόλεξο …
Μαύρα και άσπρα κουτάκια..
Τα άσπρα σε προδιαθέτουν να τα γεμίσεις με γράμματα.. να δημιουργήσεις λέξεις..
Μέχρι που φτάνεις σε εκείνα που κανένα χρώμα δεν ξεχωρίζει πάνω τους…
Κανένα γράμμα δεν χωράει μέσα..
Διαβάζεις την ερώτηση .. μετράς τα άσπρα κουτάκια μέχρι να φτάσεις στο μαύρο και να σταματήσεις το μέτρημα..
Νομίζεις ότι ξέρεις την απάντηση.. αλλά τα γράμματα είναι πότε λιγότερα και πότε περισσότερα από τα διαθέσιμα λευκά κουτάκια..
Σε αυτό το σταυρόλεξο δεν θα βρεις τις απαντήσεις στο πίσω μέρος..
Γιατί πάνω γράφει με μεγάλα κεφαλαία γράμματα..
Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΛΥΤΕΣ…
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email