Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

"Θάρρος ή αλήθεια...;"



-Σε έπαιρνα τηλέφωνο γιατί δεν απάντησες;
-Δεν θυμάμαι όταν σταμάτησες να μου μιλάς να σε ρώτησα γιατί..
(Παύση)
Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη..
-Έε.. κοίτα με, είπε χαϊδεύοντας της το γόνατο.
Γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε ..
-Προσπαθώ.. , συνέχισε εκείνος..
Δεν ήξερε τι να του πει.. έμεινε να τον κοιτάζει..
-Δώσε μου μία ευκαιρία να σου αποδείξω ότι δεν είμαι αυτό που νομίζεις..
-Γιατί τώρα; Τι άλλαξε;
-Ας πούμε ότι συνειδητοποίησα κάποια πράγματα..
-Δε νομίζεις ότι άργησες λίγο;
(Μεγαλύτερη παύση)
Χτύπησε το κινητό της..  πριν καν το κοιτάξει ήξερε ποιος ήταν..
Οι παλμοί της άρχισαν να αυξάνονται..Το έκλεισε..  
Πριν προλάβει να το βάλει πάλι στην τσάντα χτυπάει δεύτερη φορά.. εκείνος πάλι..
-Πρέπει να φύγω με περιμένουν.. , του είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα της..
- Το ξέρεις πως καταλαβαίνω πότε μου αραδιάζεις δικαιολογίες έτσι;.
-Καληνύχτα.., του είπε και έφυγε βιαστικά..
Βγήκε από το μαγαζί  σταμάτησε στο περίπτερο, πήρε ένα πακέτο τσιγάρα και άρχισε  να περπατάει..
 Πέρασε το ξύλινο γεφυράκι και μετά σταμάτησε..
 Πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει συμβεί..
Δεύτερη βαθιά ανάσα.
Άφησε τα δάκρυα ελεύθερα να κυλήσουν στο πρόσωπο της..
Αναψε  τσιγάρο..
Ήταν θυμωμένη μαζί του που την είχε αφήσει μόνη και μετέωρη ..
Δεν της έφταιγε όμως σε τίποτα εκείνος.. Σκούπισε τα δάκρυα απο το πρόσωπο της.. είχαν αρχίσει να το παγώνουν..
Απο την άλλη..
Οι αναμνήσεις δεν την αφήναν ήσυχη...
 Και είναι πολύ άτιμο πράγμα οι αναμνήσεις...
 Τη γύριζαν πίσω σε μέρη που δεν ήξερε αν θέλει να ξαναδεί..
 Σε τοπία που τα είχε σκιαγραφήσει όπως εκείνη ήθελε.
 Σε ανθρώπους που την αγάπησαν και την πλήγωσαν... 
Και περνούσαν μπροστά απ' τα μάτια της σαν να συμβαίνουν τώρα...
Κι όλη της η ζωή προβαλλόταν στη γιγαντοοθόνη του μυαλού της...
 Και θυμόταν ... 
Δυστυχώς ή ευτυχώς θυμόταν...
Οι άμυνες της όμως την εκπαίδευσαν να θυμάται και πολλά άσχημα...
Της επιστρέφουν συναισθήματα..
Σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται..
Σαν να μη ξέρει ποια είναι και τί θέλει...
Και ο άλλος της εαυτός από την άκρη του μυαλού σα να της λέει «Που πας;»
Πίστευε ότι οι άμυνες της ήταν πιο δυνατές..
Δεν ήταν.. γι αυτό το έβαλε στα πόδια..
Φοβόταν τον εγωισμό της, την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της, την απόφαση που είχε πάρει..
Όλα αυτά και το καθένα ξεχωριστά..
 2ο τσιγάρο..
Θυμήθηκε το διάλογο τους λίγο πριν φύγει από το σπίτι..
«Θάρρος ή Αλήθεια»
Πάντα διάλεγε θάρρος λόγω έλλειψης θάρρους..
Γιατί η αλήθεια θέλει θάρρος.. και την φοβόταν την αλήθεια..
Αν δεν είχε χτυπήσει το τηλέφωνο εκείνη την ώρα ..
Θα έμενε .. 
Εκείνος της θύμισε ότι έχασε το δρόμο..
και εκείνη έφυγε τρέχοντας..
Να βρει πάλι τον εαυτό της...
Και τον βρήκε...
Και στ' αλήθεια είναι καλά έτσι όπως είναι...
Και όχι, δεν της λείπει κάτι...
Πήρε ταξί και γύρισε σπίτι..
Το μόνο που ήθελε ηταν μια αγκαλιά από εκείνον..
Ήξερε ότι δεν μπορεί να την έχει..
Όμως στο άκουσμα της φωνής του και μόνο ήταν σα να έπαιρνε την πιο μεγάλη αγκαλιά..
Του έστειλε μήνυμα αποφασισμένη να του μιλήσει την επόμενη μέρα για το περιστατικό..
Όμως ακόμα δεν είχε αποφασίσει τί διάλεγε:
"Θάρρος ή αλήθεια...;"

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Γιατί..?



Πες μου γιατί η εκπνοή μου κάνει τόσο θόρυβο. Τι έκανα λάθος ;
Τι αγαπάς σε μένα και γιατί εγώ δεν το βλέπω;
Πες μου γιατί αφού το απόλυτο είναι ακριβώς όπως το ονειρεύτηκα δεν μπορώ να καθίσω μια φορά ήσυχη με αυτά που έχω;
Το στόμα μου δεν έχει γεύση όταν σε στερείται. Δεν έχει άρωμα το κορμί μου και πνίγεται σε άνοστους οργασμούς. Είναι σαν τανγκο χωρίς μουσική. Η ζωή μου είναι ένα κλειδί του φα. Κρατάει τα μπάσα και στηρίζει τη μελωδία.
Πόσο πιο γελοία αιτία θα μπορούσε να υπάρξει σήμερα;
Η υπομονή μειώνεται γκούχου με το γκούχου.
Μη γελάς. Σοβαρολογώ.

Ξέρω τουλάχιστον τρία άτομα που θα έκοβαν  το αριστερό τους χέρι για να σου κλέψουν μία κουβέντα αποδοχής. Ξέρω ακόμη καμιά 45ρια που θα φούσκωναν από υπερηφάνεια για ένα σχόλιο σου.
Ξέρω κι ένα ακόμη (εμένα),που θα σου ζήταγε μια βόλτα στην Αγία Βαρβάρα  και θα σου έκανε τράκα ένα τσιγάρο (απ’  τα στριφτά σου). Έπειτα νομίζω πως θα βουτούσες στο νερό και δε θα σε ξαναβλεπα ποτέ παρά μόνο ως πλάσμα ονειρικό και εξωτικό σε παραμύθι για μικρά παιδιά.

Θέλω μία βόλτα στην Αθήνα μια μέρα με συννεφιά μα όχι με βροχή. Να φυσάει αρκετά ώστε να αναπνέω στα στενά και να μην πατώ σε δρόμους.
Θέλω μια βραδιά στην Αθήνα χωρίς κρεβάτια αυτοκίνητα ή βογγητά.
Θέλω ένα πρώτο φιλί και έπειτα μόνο λέξεις ...λέξεις....λέξεις.
Θέλω να γράψεις το πιο λυπημένο παραμύθι του κόσμου που να μη θυμίζει τίποτα μα και όλα όσα λατρεύω. Θέλω να το γράψεις και να μου το διαβάσεις το βράδυ όταν είμαι πιο εγώ από ποτέ άλλοτε.
Θέλω τρεις μονάχα ευχές και να τις ξοδέψω όλες σε γεύσεις φιλιών. Ξέρεις όμως γιατί;

Γιατί Δεν προσδοκώ πολλά, δεν έχω μεγαλεπήβολα πράγματα στο νου μου...
Μια λέξη θέλω μόνο, μια κίνηση, ένα βλέμμα.. Ένα άγγιγμα ίσως, αλλιώτικο από τ' άλλα...
Μία ένδειξη.. κάτι... Αυτό το κάτι που θα σε κάνει να μου φανερωθείς.. και να σου φανερωθώ με τη σειρά μου, όσο αντέχω...
Να σου ανοίξω τη σκέψη μου, το μυαλό και την καρδιά μου.. να ακολουθήσω τη φαντασία σου.. να μπλεχτώ στα όνειρα σου.. να μπερδευτώ στα θέλω σου...
Να τυλιχτώ στην αγκαλιά σου.. ασφαλής.. αποκομμένη από τον κόσμο...
Αυτά που με αφήνεις που και που να μαντέψω, κάνε τα κτήμα μου... Βοήθησε με να σιγουρευτώ, για να μπορέσω να σου δώσω βεβαιότητα, αλήθεια...
Αυτό που το κορμί σου μου ψιθυρίζει, άσε την καρδιά σου να μου το φωνάξει...
Αυτό που τα μάτια σου δηλώνουν στα κλεφτά, άσε τη φωνή σου να το μαρτυρήσει...
Γιατί η ψυχή μου δεν αντέχει να κάνει την αρχη.. δεν
 τολμά να αποκαλυφθεί πρώτη αυτή...
Σε εσένα στηρίζομαι...


Δε σε τσακίζει η μουσική; Εμένα με σκοτώνει.

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Όνειρο(μου)..

Η ώρα έχει πάει τρεις ανεβαίνω και πάλι σκαλιά, ανακατεύω και πάλι εσώψυχα και γράφω σε ένα σημειωματάριο που έχω αποφασίσει ξανά και ξανά πως θα κάψω. Πάντα αναβάλλεται η εκτέλεση.
Παίρνει χάρη από το μισό μου που μισώ.
Κλείνω τα μάτια και βλέπω στον ύπνο μου πως ...εκεί που κοιτάζω το ταβάνι, γυρνάω και βλέπω εσένα δίπλα μου στο κρεβάτι. Έχεις ξαπλώσει και μου μιλάς. Και τότε με διαπερνά κάτι σα ρεύμα. Ένα ηλεκτροσόκ συναισθημάτων.  Νιώθω ξανά ζωντανή μετά απο δύο χρόνια απάθειας. Παθαίνω πανικό ,δε σε κοιτάζω. Δεν πρέπει να καταλάβεις τίποτα. Δεν έχεις καταλάβει τι έχεις κάνει για μένα. Δε θα στο πω ποτέ. Δε χρειάζεται να ξέρεις..Αρκεί που υπάρχεις .Εξάλλου έχω αντισώματα πια. Μπορώ να σε αντιμετωπίσω.. είχε έρθει όμως το πλήρωμα του χρόνου και  μου είπες πως δε θα ξανάρθεις. Έπειτα μου χάιδεψες τα μαλλιά και μου υποσχέθηκες πως δε θα μου λείψεις.
Σου είπα πως μπορεί να φαντάζω μικρή, αλλά δεν είμαι. Υπήρχα από πάντα. Θα μπορούσε να με λένε Αλίκη και να τριγυρίζω στον κόσμο των θαυμάτων χωρίς άγχος για την ώρα. Κι μου είπες πως μάλλον θύμιζα τη Ντόροθυ, γιατί πάντα θα πασχίζω κάποιον να σώσω...και τελικά ίσως εμένα. Κοίταξα τα πόδια μου και συνειδητοποίησα πως φορούσα κόκκινα γοβάκια.. Λες να είμαι η Ντόροθυ; Αναρωτήθηκα..  σήκωσα πάλι το κεφάλι και είχες εξαφανιστεί.. Πώς ξυπνάς από ένα όνειρο;  χαστουκίζω τον εαυτό μου και λέω: Ξύπνα μικρή ηλίθια. Αφού είσαι περισσότερο ευτυχισμένη όταν κάποιος σε κάνει να χαμογελάς απλά με ένα τηλεφώνημα.. 
χτύπησα τα κόκκινα γοβάκια τρείς φορές..
Άνοιξα τα μάτια.. έχει ξημερώσει ..
Σήκωσα το τηλέφωνο και πληκτρολόγησα τον αριθμό σου..
                              Μάντεψε..

                                 Χιονίζει.. :)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email