Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011


Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή 
και μένω τωρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.


Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
 ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω 
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στεγνή στέκομαι ανάμεσα 
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
 του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.

Και μεγάλωσα πολύ 
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ 
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει 
κι όταν δε βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς 
του τελευταίου φύλλου.

~Κική Δημουλά~

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Απαγορευμένο..



 Πέμπτη βράδυ ,το ίδιο μέρος, τα ίδια άτομα και η συνέχεια της ιστορίας να γράφεται από εκεί που είχε σταματήσει ακριβώς ένα χρόνο πριν ..

 
 ..πίσω από μία  κλειστή πόρτα.
 
 

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Δεν φοβάμαι.. Στ’ ορκίζομαι..



Έξω αστράφτει  και βροντά..


Δεν φοβάμαι..
Στ’ ορκίζομαι..


Θυμάσαι που ερχόμουν και κούρνιαζα πάνω σου και εσύ ξύπναγες και μου έλεγες ότι θα σε ρίξω κάτω;
Και σου έλεγα ότι είναι μόνο για λίγο, μέχρι να περάσει η μπόρα..
Και εσύ ξεφύσαγες, με έπαιρνες αγκαλιά και μου ‘λεγες κοιμήσου..
Και εγώ χαμογελούσα.. και έμενα ξύπνια για να ακούσω τον ήχο της βροχής..

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που έλειπες;
Σε πήρα τηλέφωνο να σου πω να έρθεις σπίτι να κοιμηθείς γιατί τους κεραυνούς τους φοβάμαι..
Και εσύ γέλασες και δεν ήρθες ποτέ..
Και εγώ κάθισα μπροστά από το παράθυρο , άναψα τσιγάρο και δάκρυσα..


Δεν φοβάμαι..
Στ’ ορκίζομαι..

Είναι γιατί τώρα πια δακρύζω αλλιώς κι αλλιώς φοβάμαι..

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Θα περάσει..



Σβήνω, γράφω, σβήνω, γράφω,
Αυτή η γαμημένη αίσθηση με έχει τσακίσει, ούτε να γράψω δε μπορώ.
Θυμός από μνήμες που δεν σβήνουν.
 Να κρυφτώ θέλω, να μη θυμάμαι θέλω, να μην υπάρχω θέλω.
Θέλω να κλείσω τα μάτια και να βρεθώ κάπου αλλού..
εκεί που τελειώνει ο ουρανός, χαμένη, έχοντας ξεχάσει τ’ όνομα μου..
Να γίνω μια άλλη, που θα γελάω χωρίς να απολογούμαι και θα κλαίω χωρίς να κρύβομαι..
Είναι το τώρα της Τρίτης που μοιάζει σαν Κυριακή απόγευμα, οι τελευταίες μέρες μια παρατεταμένη Κυριακή απόγευμα.
Χθες το βράδυ έπιασα τον εαυτό μου να τον περιμένει να γυρίσει από τη δουλειά.
Κάθε αμάξι που άκουγα να σταματά έξω από το σπίτι έκανε την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά από..  φόβο..
Είναι...Ο ίδιος Φόβος που με προστατεύει να ανοίξω πριν αποκαταστήσω τη ζημιά μέσα μου.
Η ίδια Ανασφάλεια μήπως και με  προδώσει πάλι.
Η ίδια Ενοχή.
Ότι όλα τα κάνω λάθος γιατί λάθος αποτελέσματα έχουν, που στιγμιαία δε με αφήνει να ζήσω και άλλα λάθη.
Πόσες ώρες, πόσα λεπτά, πόσα δευτερόλεπτα έχω χάσει περιμένοντας..
Μια αναμονή που με φιμώνει, με ναρκώνει, με ρίχνει σε βαθύ κώμα..
Είναι κάτι στιγμές που η ψυχή είναι τόσο κουρασμένη..
που ξεφλουδίζεται επώδυνα..τόσο επώδυνα..
και κανείς δεν είναι εκεί..τουλάχιστον όχι όπως θα ήθελες να είναι..
Μερικές φορές θυμώνω που αγαπώ.
Πονάω που αγαπώ.
Αγαπώ αυτά που πριν με πόνεσαν.
Θυμώνω με μένα, με σένα, που δεν τα καταφέραμε.
Αρνούμαι να ταΐσω τις τάσεις αυτοκαταστροφής μου.
Αφήνω νηστικές τις ανασφάλειες μου.
Ιδρώνω, περνάω όλα τα στερητικά.
Φοβάμαι αλλά δε θα σταματήσω.
Θα περάσει, θα περάσει, θα περάσει...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email